Η ένατη απογευματινή ώρα βρήκε την Άρτεμη σκυμμένη μπροστά σε μια κούπα κρύου γαλλικού καφέ και ενός σωρού από φωτογραφίες, πεταμένες ακατάστατα πάνω στο μικρό, ξύλινο γραφείο που βρισκόταν στην άκρη του δωματίου της. Ο χαμηλός φωτισμός και οι αναμνήσεις την είχαν παρασύρει σε ένα όμορφο ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο, αρκετά διαφορετικό από την πραγματικότητα που ζούσε τις τελευταίες δύο μέρες. Θα παρέμεινε έτσι αρκετή ώρα όταν ξαφνικά το κουδούνι χτύπησε. Ο ήχος του, κοφτός και επιτακτικός, την ξύπνησε και ο ήχος του κούκου που σήμανε εννέα την έκανε να καταλάβει ότι αυτός που περίμενε είχε φτάσει. Παραπατώντας στο σκοτάδι έφτασε στην πόρτα και δυο λέξεις αποχωρίστηκαν με δυσκολία τα χείλη της:
- Ποιος είναι;
Η σκοτεινή φιγούρα που η σκιά της πόρτας φιλοξενούσε δεν απάντησε. Προχώρησε πιο κοντά και καθώς το φως του φεγγαριού έλουσε το πρόσωπό της, η πόρτα υποχώρησε υπό τον μακάβριο ήχο του σκουριασμένου μεντεσέ. Μείνανε έτσι, κοιτώντας ο ένας τον άλλο για μία στιγμή, προσπαθώντας να μαντέψουν τα όσα θα ακολουθούσαν λεκτικά, ελπίζοντας πως έτσι θα απέφευγαν την φρίκη που οι κοφτές λέξεις εγκυμονούσαν. Η Άρτεμις προσπάθησε να σπάσει τον πάγο:
- Ήρθες επιτέλους; Σε περιμένω από τις οκτώ.
Ήταν αλήθεια. Ο Σοφοκλής Καραγιάννης, φίλος της Αρτέμιδος, είχε αργήσει αρκετά. Την παραμέρισε αμίλητος και πέρασε στο σαλόνι. Εκεί, αφού αποχωρίστηκε το μαύρο μπουφάν του, κάθισε σε μία γωνιακή καρέκλα και βυθίστηκε μέσα σε ένα πυκνό σύννεφο καπνού, προετοιμάζοντας τον λόγο του.
Το τσιγάρο έκαιγε ακόμη στο γεμάτο τασάκι όταν η Άρτεμις τον πλησίασε με μια ζεστή κούπα καφέ. Την απόθεσε μπροστά του προσεχτικά ενώ προσπάθησε για μία ακόμη φορά να δει τα μάτια του πίσω από τα χαμηλωμένα του γυαλιά. Το τσιγάρο του, κολλημένο στα σκασμένα του χείλη, ανέδιδε το βαρύ άρωμα του μέσα από μία μελωδία καπνού που οι νότες της σκόρπιζαν και χανόταν, δυσχεραίνοντας την όρασή της. Δεν άντεξε άλλο. Γύρισε προς τον τοίχο ψηλαφώντας την τραχεία υφή του και αφού εντόπισε τον διακόπτη τον πάτησε διστακτικά. Το φως πλημμύρισε το πνιγμένο από καπνό δωμάτιο και έδιωξε ένα μέρος του φόβου της. Ζαλισμένη από την απότομη αλλαγή προσπάθησε ξανά αλλά πάντα διακριτικά με το βλέμμα της να αναζητήσει το δικό του και όταν το αντάμωσε, πέτρωσε. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι ποτέ. Με μάτια κενά από συναίσθημα και γεμάτα οργή την κοιτούσε σταθερά και ερευνητικά, σαν να της ζητούσε κάτι. Εκείνη πισωπάτησε ενστικτωδώς και κάθισε απέναντί του τρομοκρατημένη. Εκείνος, τρέμοντας σήκωσε την κούπα με προορισμό τα χείλη του. Για μία στιγμή φάνηκε να ταλαντεύεται για το τι να κάνει. Κοίταξε πρώτα την Άρτεμη, μετά την κούπα και ευθύς, αποφασιστικά την ακούμπησε κάτω ξανά με θόρυβο. Την κοίταξε διαπεραστικά και με παγωμένο, σκληρό ύφος αποφάσισε να σπάσει την σιωπή του:


1 comment:
Ο Κοσμάς ποιός είναι?
Post a Comment