Το παγωμένο νερό εκσφεντονίστηκε βίαια από το ποτήρι και σύγκρυο διαπέρασε το σώμα της. Ο Σοφοκλής δεν είχε συγκινηθεί στο ελάχιστο από τη μη προσποιητή λιποθυμία της. Η ίδια, αφού επανέφερε στο μυαλό της γρήγορα τα όσα προηγήθηκαν, έκλεισε τα γουρλωμένα μάτια της και ξέσπασε σε αναφιλητά. Είχε καταλάβει ότι οι υποψίες του Σοφοκλή στρέφονταν κι εναντίον της και η σκέψη αυτή την πλήγωνε βαθιά. Αισθανόταν ενοχές αλλά δεν σκέφτηκε στιγμή τον εαυτό της. Με υπερπροσπάθεια κατάφερε να αρθρώσει μία λέξη.
- Νερό...
Ο Σοφοκλής έσπρωξε προς το μέρος της το ποτήρι που βρισκόταν μπροστά του. Το περιεχόμενό του άδειασε στο στόμα της και χάθηκε σαν ξαφνική μπόρα στην καρδιά της ερήμου. Με την ίδια σφοδρότητα οι λέξεις ξεχύθηκαν σαν από τα σπλάχνα της:
- Δεν το έκανα εγώ... απλά το οραματίστηκα.
Τα μάτια του Σοφοκλή άνοιξαν έκπληκτα αλλά γρήγορα η δυσπιστία του τα κυρίεψε ξανά. Άναψε μηχανικά ένα τσιγάρο και με ένα νεύμα την παρότρυνε να συνεχίσει.
- Χθες το βράδυ, στον ύπνο μου... το διαισθάνθηκα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, έμοιαζε τόσο αληθινό που το πίστεψα κι ευθύς σε έστειλα να το επιβεβαιώσεις.
- Προχώρα σε παρακαλώ στο τι είδες και άσε τις υπεκφυγές σου κατά μέρος, της απάντησε κι ο τόνος του, αποκάλυψε άθελά του ότι λίγα πίστευε από τα όσα είχε ακούσει.
- Με συγχωρείς, συνέχισε η Άρτεμις και μπήκε σε λεπτομέρειες. Θα σου φανεί παράξενο αλλά το μόνο που είδα ήταν ένα ματωμένο μαχαίρι πεσμένο δίπλα σε μια σκοτεινή φιγούρα. Λίγο πιο δεξιά είδα ένα γνωστό μπουφάν. Η σκοτεινή φιγούρα τρικλίζοντας έκανε μια προσπάθεια να το φτάσει απλώνοντας το χέρι της. Και τότε..., η Άρτεμις δίστασε, βούρκωσε και σηκώνοντας το βλέμμα συνέχισε. Είδα στο δάκτυλο του περασμένο ένα μαυροπόρφυρο δακτυλίδι...
Η ταραχή του Σοφοκλή ήταν πλέον έκδηλη και απλόχερα κοσμούσε την κάθε του αντίδραση. Στο άκουσμα της τελευταίας της λέξης βιάστηκε να την σταματήσει με ένα βίαιο χαστούκι.
- Πόρνη, την αποκάλεσε και το λεκτικό αυτό χαστούκι την πόνεσε βαθύτερα. Τι παιχνίδι θαρρείς ότι παίζεις; Πιστεύεις μήπως ότι θα πιστέψω το άθλιο παραμύθι που σκάρωσες; Δεν ξέρω πως έμαθες για το μυστικό του δακτυλιδιού αλλά θα πληρώσεις για αυτό, στο ορκίζομαι...
Η Άρτεμις με μάτια κλειστά από φόβο συνέχισε με την ελπίδα ότι θα λογικευόταν.
- Δεν καταλαβαίνω τι λες, άκουσέ με σε παρακαλώ. Αν τα όσα είδα είναι αληθινά κινδυνεύεις κι εσύ το ίδιο. Το όνειρό μου δεν τελειώνει εκεί. Το χέρι με το δακτυλίδι έπεσε στο πάτωμα κι όλα έδειξαν ότι το άτυχο σώμα εξέπνευσε. Το γέλιο του δολοφόνου ακούστηκε φρικιαστικό και ο ίδιος σήκωσε το χέρι του να ανάψει ένα τσιγάρο. Στη φλόγα το πρόσωπό του αποκαλύφθηκε. Ήταν η Ιωάννα και κρατούσε ένα Zippo. Το δικό σου Zippo. Πάνω του διέκρινα καθαρά τα αρχικά Σ Κ...
Ξαφνικά το δροσερό αεράκι έκοψε την φόρα της αφήγησή της. Άνοιξε τα μάτια της και από την ανοικτή πόρτα κοίταξε τον δρόμο. Ο Σοφοκλής είχε ήδη φύγει χωρίς άλλη λέξη και πιθανότατα δεν είχε ακούσει τίποτε άλλο από τα όσα του είχε πει.

