Saturday, January 27

Κεφάλαιο 3ο - Η Προφητεία

Το παγωμένο νερό εκσφεντονίστηκε βίαια από το ποτήρι και σύγκρυο διαπέρασε το σώμα της. Ο Σοφοκλής δεν είχε συγκινηθεί στο ελάχιστο από τη μη προσποιητή λιποθυμία της. Η ίδια, αφού επανέφερε στο μυαλό της γρήγορα τα όσα προηγήθηκαν, έκλεισε τα γουρλωμένα μάτια της και ξέσπασε σε αναφιλητά. Είχε καταλάβει ότι οι υποψίες του Σοφοκλή στρέφονταν κι εναντίον της και η σκέψη αυτή την πλήγωνε βαθιά. Αισθανόταν ενοχές αλλά δεν σκέφτηκε στιγμή τον εαυτό της. Με υπερπροσπάθεια κατάφερε να αρθρώσει μία λέξη.

- Νερό...

Ο Σοφοκλής έσπρωξε προς το μέρος της το ποτήρι που βρισκόταν μπροστά του. Το περιεχόμενό του άδειασε στο στόμα της και χάθηκε σαν ξαφνική μπόρα στην καρδιά της ερήμου. Με την ίδια σφοδρότητα οι λέξεις ξεχύθηκαν σαν από τα σπλάχνα της:

- Δεν το έκανα εγώ... απλά το οραματίστηκα.

Τα μάτια του Σοφοκλή άνοιξαν έκπληκτα αλλά γρήγορα η δυσπιστία του τα κυρίεψε ξανά. Άναψε μηχανικά ένα τσιγάρο και με ένα νεύμα την παρότρυνε να συνεχίσει.

- Χθες το βράδυ, στον ύπνο μου... το διαισθάνθηκα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, έμοιαζε τόσο αληθινό που το πίστεψα κι ευθύς σε έστειλα να το επιβεβαιώσεις.

- Προχώρα σε παρακαλώ στο τι είδες και άσε τις υπεκφυγές σου κατά μέρος, της απάντησε κι ο τόνος του, αποκάλυψε άθελά του ότι λίγα πίστευε από τα όσα είχε ακούσει.

- Με συγχωρείς, συνέχισε η Άρτεμις και μπήκε σε λεπτομέρειες. Θα σου φανεί παράξενο αλλά το μόνο που είδα ήταν ένα ματωμένο μαχαίρι πεσμένο δίπλα σε μια σκοτεινή φιγούρα. Λίγο πιο δεξιά είδα ένα γνωστό μπουφάν. Η σκοτεινή φιγούρα τρικλίζοντας έκανε μια προσπάθεια να το φτάσει απλώνοντας το χέρι της. Και τότε..., η Άρτεμις δίστασε, βούρκωσε και σηκώνοντας το βλέμμα συνέχισε. Είδα στο δάκτυλο του περασμένο ένα μαυροπόρφυρο δακτυλίδι...

Η ταραχή του Σοφοκλή ήταν πλέον έκδηλη και απλόχερα κοσμούσε την κάθε του αντίδραση. Στο άκουσμα της τελευταίας της λέξης βιάστηκε να την σταματήσει με ένα βίαιο χαστούκι.

- Πόρνη, την αποκάλεσε και το λεκτικό αυτό χαστούκι την πόνεσε βαθύτερα. Τι παιχνίδι θαρρείς ότι παίζεις; Πιστεύεις μήπως ότι θα πιστέψω το άθλιο παραμύθι που σκάρωσες; Δεν ξέρω πως έμαθες για το μυστικό του δακτυλιδιού αλλά θα πληρώσεις για αυτό, στο ορκίζομαι...

Η Άρτεμις με μάτια κλειστά από φόβο συνέχισε με την ελπίδα ότι θα λογικευόταν.

- Δεν καταλαβαίνω τι λες, άκουσέ με σε παρακαλώ. Αν τα όσα είδα είναι αληθινά κινδυνεύεις κι εσύ το ίδιο. Το όνειρό μου δεν τελειώνει εκεί. Το χέρι με το δακτυλίδι έπεσε στο πάτωμα κι όλα έδειξαν ότι το άτυχο σώμα εξέπνευσε. Το γέλιο του δολοφόνου ακούστηκε φρικιαστικό και ο ίδιος σήκωσε το χέρι του να ανάψει ένα τσιγάρο. Στη φλόγα το πρόσωπό του αποκαλύφθηκε. Ήταν η Ιωάννα και κρατούσε ένα Zippo. Το δικό σου Zippo. Πάνω του διέκρινα καθαρά τα αρχικά Σ Κ...

Ξαφνικά το δροσερό αεράκι έκοψε την φόρα της αφήγησή της. Άνοιξε τα μάτια της και από την ανοικτή πόρτα κοίταξε τον δρόμο. Ο Σοφοκλής είχε ήδη φύγει χωρίς άλλη λέξη και πιθανότατα δεν είχε ακούσει τίποτε άλλο από τα όσα του είχε πει.

Με έναν αναστεναγμό η Άρτεμις σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα. Γύρισε προς το γραφείο της να τελειώσει τον καφέ της. Έκλεισε ξανά το φως, κάθισε κι έβγαλε από το πακέτο το τελευταίο της τσιγάρο. Ψαχούλεψε την τσέπη της για τον αναπτήρα αλλά δεν τον εντόπισε. Πήγε προς το μπουφάν της και με ανακούφιση έβγαλε από την τσέπη της λίγα ψιλά και έναν αναπτήρα. Άναψε το τσιγάρο της και αφέθηκε στην απόλαυση του καπνού που φούσκωσε τα πνευμόνια της. Και τότε μία τρελή σκέψη πέρασε από το μυαλό της. Κοίταξε έντρομη το αριστερό της χέρι που άνοιγε σιγά σιγά. Το τσιγάρο της αποδεσμεύτηκε από την πίεση των χειλιών της και έπεσε στο πάτωμα σκορπίζοντας τις στάχτες του. Αυτόματα το βλέμμα της έπεσε στο σωρό με τα ψιλά στο τραπέζι. Ανάμεσά τους το δακτυλίδι γυάλιζε κάνοντας τα παιχνίδια του με το φως. Τα γόνατά της λύθηκαν και σωριάστηκε στο πάτωμα, λίγο πιο δίπλα από το τσιγάρο της. Λίγο πιο πέρα, στο φως της καύτρας, δύο γράμματα ξεχώριζαν πάνω στον πεσμένο αναπτήρα...

Κεφάλαιο 2ο - Νυχτερινός Επισκέπτης

Η ένατη απογευματινή ώρα βρήκε την Άρτεμη σκυμμένη μπροστά σε μια κούπα κρύου γαλλικού καφέ και ενός σωρού από φωτογραφίες, πεταμένες ακατάστατα πάνω στο μικρό, ξύλινο γραφείο που βρισκόταν στην άκρη του δωματίου της. Ο χαμηλός φωτισμός και οι αναμνήσεις την είχαν παρασύρει σε ένα όμορφο ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο, αρκετά διαφορετικό από την πραγματικότητα που ζούσε τις τελευταίες δύο μέρες. Θα παρέμεινε έτσι αρκετή ώρα όταν ξαφνικά το κουδούνι χτύπησε. Ο ήχος του, κοφτός και επιτακτικός, την ξύπνησε και ο ήχος του κούκου που σήμανε εννέα την έκανε να καταλάβει ότι αυτός που περίμενε είχε φτάσει. Παραπατώντας στο σκοτάδι έφτασε στην πόρτα και δυο λέξεις αποχωρίστηκαν με δυσκολία τα χείλη της:

- Ποιος είναι;

Η σκοτεινή φιγούρα που η σκιά της πόρτας φιλοξενούσε δεν απάντησε. Προχώρησε πιο κοντά και καθώς το φως του φεγγαριού έλουσε το πρόσωπό της, η πόρτα υποχώρησε υπό τον μακάβριο ήχο του σκουριασμένου μεντεσέ. Μείνανε έτσι, κοιτώντας ο ένας τον άλλο για μία στιγμή, προσπαθώντας να μαντέψουν τα όσα θα ακολουθούσαν λεκτικά, ελπίζοντας πως έτσι θα απέφευγαν την φρίκη που οι κοφτές λέξεις εγκυμονούσαν. Η Άρτεμις προσπάθησε να σπάσει τον πάγο:

- Ήρθες επιτέλους; Σε περιμένω από τις οκτώ.

Ήταν αλήθεια. Ο Σοφοκλής Καραγιάννης, φίλος της Αρτέμιδος, είχε αργήσει αρκετά. Την παραμέρισε αμίλητος και πέρασε στο σαλόνι. Εκεί, αφού αποχωρίστηκε το μαύρο μπουφάν του, κάθισε σε μία γωνιακή καρέκλα και βυθίστηκε μέσα σε ένα πυκνό σύννεφο καπνού, προετοιμάζοντας τον λόγο του.

Το τσιγάρο έκαιγε ακόμη στο γεμάτο τασάκι όταν η Άρτεμις τον πλησίασε με μια ζεστή κούπα καφέ. Την απόθεσε μπροστά του προσεχτικά ενώ προσπάθησε για μία ακόμη φορά να δει τα μάτια του πίσω από τα χαμηλωμένα του γυαλιά. Το τσιγάρο του, κολλημένο στα σκασμένα του χείλη, ανέδιδε το βαρύ άρωμα του μέσα από μία μελωδία καπνού που οι νότες της σκόρπιζαν και χανόταν, δυσχεραίνοντας την όρασή της. Δεν άντεξε άλλο. Γύρισε προς τον τοίχο ψηλαφώντας την τραχεία υφή του και αφού εντόπισε τον διακόπτη τον πάτησε διστακτικά. Το φως πλημμύρισε το πνιγμένο από καπνό δωμάτιο και έδιωξε ένα μέρος του φόβου της. Ζαλισμένη από την απότομη αλλαγή προσπάθησε ξανά αλλά πάντα διακριτικά με το βλέμμα της να αναζητήσει το δικό του και όταν το αντάμωσε, πέτρωσε. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι ποτέ. Με μάτια κενά από συναίσθημα και γεμάτα οργή την κοιτούσε σταθερά και ερευνητικά, σαν να της ζητούσε κάτι. Εκείνη πισωπάτησε ενστικτωδώς και κάθισε απέναντί του τρομοκρατημένη. Εκείνος, τρέμοντας σήκωσε την κούπα με προορισμό τα χείλη του. Για μία στιγμή φάνηκε να ταλαντεύεται για το τι να κάνει. Κοίταξε πρώτα την Άρτεμη, μετά την κούπα και ευθύς, αποφασιστικά την ακούμπησε κάτω ξανά με θόρυβο. Την κοίταξε διαπεραστικά και με παγωμένο, σκληρό ύφος αποφάσισε να σπάσει την σιωπή του:

- Είχες δίκιο Άρτεμη. Ο Κοσμάς είναι νεκρός.

Κεφάλαιο 1ο - Η Νύχτα Πέφτει

Όλα φάνταζαν ήρεμα καθώς η νύχτα έπεφτε για μία ακόμη φορά πάνω από την πόλη. Το σκοτάδι άπλωνε νωχελικά τα μελανά πλοκάμια του και οι σκιές επιδίδονταν σε μία ακόμη άνιση μάχη με τα θολά φώτα των παγωμένων πεζοδρομίων, περιμένοντας της χαραυγής το τελειωτικό χτύπημα. Κι όμως, φόβος κατέκλυζε τις σοφές και γέρικες κουκουβάγιες καθώς έκαναν την εμφάνιση τους, και το μακρόσυρτο, πένθιμο μοιρολόι τους απόψε αναζητούσε την αιτία του επιτακτικά, προμηνύοντας ότι αυτή η νύχτα θα ήταν ξεχωριστή.

Το ίδιο θα σκεφτόταν ίσως και η Άρτεμις όταν, τρέμοντας από το τσουχτερό κρύο, τις άκουσε. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα της και ήξερε καλά την αιτία. Τις άκουγε να ψιθυρίζουν το όνομα της αλλά δεν ήθελε να το πιστέψει. Στο κεφάλι της γύριζαν ακόμη σαν ενοχές οι εικόνες του χθες, καθόλου απόμακρες, καθόλου ξεχασμένες... σκισμένα γράμματα, φωνές, η ανοιχτή πόρτα, το τηλεφώνημα, το τσιγάρο που έκαιγε μόνο του... κι όλα να κλιμακώνονται στο μυαλό της σαν δαιδαλώδεις λαβύρινθοι συγκροτημένοι από "γιατί" και "πως", μέσα απ' τους οποίους αναζητούσε διέξοδο. Κοντοστάθηκε, κούμπωσε το μπουφάν της, σήκωσε το κεφάλι με θάρρος και, αφού άναψε ένα τσιγάρο, συνέχισε την πορεία της προς το σπίτι, επιταχύνοντας ασυναίσθητα το βήμα της και ξεμακραίνοντας μες στις σκιές.